φεστονάρω

φεστονάρω
Ν
διακοσμώ με φεστόνι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φεστόνι + ρηματ. κατάλ. -άρω*].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • φεστονάρισμα — το, Ν [φεστονάρω] διακόσμηση με φεστονι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”